Home Άρθρα Οι Μυτιληνιές Μάνες
ΑΝΤΙ ΑΛΛΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
03 September 2010 12:10
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΤΟΜΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΥ«ΚΟΠΑΝΟΣ Ο ΡΩΜΗΟΣ ΤΗΣ...

Αρθρα

Κ. Διευθυντά,
03 September 2010 12:22
Normal 0 MicrosoftInternetExplorer4 /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable     Το περνάμε γενεές...

σχολια

O ΗΛΙΑΣ Ο «ΚΑΓΙΑΝΑΡΧΗΣ»
03 September 2010 12:13
O ΗΛΙΑΣ Ο «ΚΑΓΙΑΝΑΡΧΗΣ»ενώ ετοιμάζει γάμο-και η ώραη καλή-άφησε το...γάμο, πήγεστο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟκι...

λεζαντες

 
Οι Μυτιληνιές Μάνες Εκτύπωση E-mail
Παρασκευή, 30 Ιούλιος 2010 10:20
Οι Μυτιληνιές Μάνες
Μέρος Πρώτο

Δεν θα ήμουν περισσότερο από πέντε-έξι χρονών όταν ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με ότι χειρότερο υπάρχει στη ζωή: την Απώλεια…
Μια οικογένεια έμενε στη γειτονιά μου: πατέρας με τα δύο του κορίτσια. Η μάνα είχε πεθάνει νέα. Το ένα κοριτσάκι, στη ηλικία μου, με κάλεσε στη γιορτή του. Πήγα. Όταν έφυγαν τα παιδιά, αναψοκοκκινισμένο με πήρε από το χέρι και με τελετουργικό θα ‘λεγα τρόπο με ανέβασε στα επάνω δωμάτια. «Περπάτα στις μύτες των ποδιών σου», μου είπε, «θα μπούμε στο δωμάτιο της μαμάς μου και δεν πρέπει να ταράξουμε την ησυχία της».
Τα παντζούρια στο ωραίο δωμάτιο ήταν κουφωμένα. Στο μισόφωτο, η μικρή αδύνατη σιλουέτα με πυρετώδεις κινήσεις άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε από μέσα ένα θαυμάσιο νυφικό που αστραποβολούσε. Όλα γύρω φωτίστηκαν! Σηκώνοντάς το ψηλά το ανέμισε θριαμβευτικά κάνοντάς το να θροΐζει ελαφρά σαν φύλλωμα δένδρου και το άπλωσε επάνω στο κρεβάτι. «Βλέπεις τι λεπτό κορμί που είχε η μαμά μου; Και πόσο όμορφη ήταν!».
Έπεσε πάνω στο νυφικό και ακούμπησε το μάγουλό της στο μέρος της καρδιάς. Έτρεμε ολόκληρη. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ…
Λίγα χρόνια αργότερα. Στο σχολείο της Αγίας Ειρήνης, μια ασυνήθιστη κίνηση. Παιδιά σε μεγάλους κύκλους, σοβαρά και ταραγμένα, κουβεντιάζουν για ένα ξεχωριστό γεγονός. Πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία η όμορφη γυναίκα του πιο γνωστού γιατρού της πόλης μας.
-Την ξέρω, φωνάζω. Είναι φίλη της μαμάς μου.
-Την ήξερες, με διορθώνει ένα πιο μεγάλο παιδί. Τώρα δεν υπάρχει πια. Την πήρε ο Θεός κοντά του.
Έφυγα από τον κύκλο των παιδιών οργισμένη.
Κι αυτός ο Θεός δεν μπορούσε δίχως εκείνη κι έπρεπε να πάρει αυτήν την όμορφη συννεφούλα με το διάφανο πρόσωπο, τα χρυσόξανθα μαλλιά και τις δύο ακύμαντες γαλάζιες λίμνες στη θέση των ματιών της; Γιατί, αφού ήταν να την πάρει τόσο γρήγορα την έφερε στη γη; Και το παιδί της; Δεν σκέφτηκε το παιδί της;
Τι νομίζει δηλαδή το Μεγάλο Σύννεφο: ότι μπορεί να αρπάζει όποιον του αρέσει και να τον κάνει συννεφάκι στον ουρανό να ταξιδεύει αέναα μαζί με τ’ άλλα συννεφάκια και να καθρεφτίζεται φιλάρεσκα στη γαλάζια θάλασσα;
-Θα την κάνει αγγελάκι, μου είπε η γιαγιά μου κι εγώ την αποστόμωσα: την ρώτησε αν το θέλει, ε; Ή είναι κι αυτό…λεπτομέρεια;
Ήμουν θυμωμένη. Όλα γίνονταν χωρίς να ρωτηθούμε. Κάποιος μας χάριζε ένα μεγάλο δώρο-τη Ζωή-και όποτε ήθελε την ξανάπαιρνε πίσω. Όπως κάποια παιδιά έφερναν στο σχολείο μικροδώρα και τα χάριζαν στα παιδιά που τους παρακαλούσαν, για να τους αγαπούν. Και στο πρώτο μάλωμα, τους τα ‘παιρναν πίσω! Έτσι απλά…Αυτά τα παιδιά-δωρητές είχαν κάποια λογική. Ο Θεός, όμως; Ο Θεός;
Έχοντας τους γονείς μου, θεωρούσα αυτονόητο να συμβαίνει αυτό σε όλα τα παιδιά του κόσμου.
Το ίδιο αυτονόητη θεωρούσα την αγάπη της μάνας μου, την περιστροφή της γύρω από εμάς σαν την γη γύρω από τον άξονά της.
Να χαίρεται με τις χαρές μας, να λυπάται με τις λύπες μας και να προσπαθεί να είμαστε διαρκώς ευχαριστημένοι.
Η Μάνα μου, λοιπόν, με βοήθησε να πιστέψω απόλυτα στους ανθρώπους και να τους αγαπήσω. Έτσι έμαθα να κινούμαι άνετα, ελεύθερα και με πλήρη εμπιστοσύνη ανάμεσά τους. Της το χρωστάω. Και όχι μόνο αυτό αλλά και πάρα πολλά άλλα…
Πάντως και τα δύο αυτά συμβάντα με έκαναν να δω τη ζωή με άλλα μάτια γεμίζοντάς με ανασφάλειες και φόβους. Άρχισα να προσέχω τις μητέρες των φιληνάδων μου. Έκαναν ένα τρυφερό, ευτυχισμένο σύνολο με τα παιδιά τους, που θα ‘λεγες πως δεν θα το χάλαγε ποτέ κανείς. Υπήρχε μια μοναδική σχέση που ξεπερνούσε όλες τις άλλες αφού μπορούσε να μένει ακλόνητη μετά από θυμούς, παρατηρήσεις και μαλώματα. Μέσα σε λίγα λεπτά ξαστέρωνε ο ουρανός ενώ όλα γίνονταν όπως πριν. Μέλι γάλα…
Και προχωρούσε μέσα στο χρόνο αυτό το σφιχτοδεμένο σύνολο, που αργότερα πήρε την μορφή-αυτήν ακριβώς που φαντάσθηκα- στο ορειχάλκινο άγαλμα της Μικρασιάτισσας μάνας (που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μάνα).
Οι Μυτιληνιές γυναίκες…Γνώρισα και άλλες πολλές γυναίκες σε διάφορες γωνίες του ελληνικού χώρου και αυτόματα έκανα τη σύγκριση. Η ζυγαριά βάραινε πάντα προς αυτές.
Πάντα…
Όμορφες, χαρούμενες, αεράτες, πανέξυπνες, ερωτικές και ερωτεύσιμες ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Τα χτεσινά κορίτσια, όμως, μεταμορφώνονταν όταν έκαναν οικογένεια. Η προ του γάμου εικόνα δεν είχε καμία σχέση με αυτήν της επόμενης. Ένας άλλος άνθρωπος γεννιόταν. Διαφορετικός. Σαν έτοιμες από καιρό γίνονται δέσποινες του οίκου τους-οικοδέσποινες…Σαν πολύπειροι καπετάνιοι έπαιρναν το τιμόνι του σπιτιού στα χέρια τους και δεν το άφηναν ποτέ. Και σ’ αυτό το δύσκολο ταξίδι που λεγόταν Γάμος μόνα τους εφόδια ήταν οι αρχές τους μαζί με τις ψυχικές και σωματικές τους δυνάμεις. Τίποτε άλλο.
Καλές νοικοκυρές, εξαιρετικές μαγεί ρισσες, άριστες παιδαγωγοί αλλά και πιστές, στωικές, καρτερικές, αξιοπρεπείς και δυνατές. Πολύτιμες συμπαραστάτριες των ανδρών τους, τέλειες σύντροφοι στις καλές αλλά και στις κακές στιγμές. Μοιράζονταν τις αγωνίες, τα βάσανα, τους πόθους, τις ελπίδες, τα όνειρά τους αλλά και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Με το ίδιο γλυκό χαμόγελο και έναν καλό λόγο πάντοτε στην άκρη των χειλιών τους…
Πάντα «καθωσπρέπει» (πραγματικά) φρόντιζαν να κρατούν κλειστή κάθε κερκόπορτα για να μη μπει κάτι αρνητικό και ταράξει τη γαλήνη του σπιτιού τους.
Το ίδιο πρόσεχαν να μη βγει κάτι προς το έξω και ασχημίσει την όμορφη εικόνα που είχαν οι άλλοι.
Έτσι, κατάπιναν και χώνευαν τα πάντα ζώντας μέσα σε μια σκληρή μοναξιά έστω κι αν ήταν κοινωνικές. Τα όρια της πόλης ήταν περιορισμένα, ο κύκλος στενός, οι δυνατότητες διαφυγής μηδενικές και έπρεπε να στέκονται δυνατές, ψύχραιμες και κυριαρχημένες απέναντι σε εκατοντάδες ερευνητικά μάτια που τρυπούσαν αδιάκριτα τους τοίχους του σπιτιού τους…
Για την ασφάλεια της οικογένειάς τους ύψωναν γύρω τους αόρατα τείχη που γίνονταν η φυλακή τους. Δεν τις ένοιαζε. Ήξεραν ότι εκείνες μόνες ήταν οι φύλακες του κύρους της οικογένειας, οι λύτες των καθημερινών προβλημάτων της. Οι άντρες ήταν μόνο για δουλειές…
Στις δύσκολες ώρες, αυτές οι άβγαλτες, οι ευαίσθητες, οι «άψητες» ατσάλωναν και τότε έβλεπες στη θέση τους κάποιες άλλες και αναρωτιόσουν πώς έγινε και δεν το ‘χες πάρει είδηση από πριν.
Έξυπνες και εύστροφες πολύ περισσότερο από τις άλλες Ελληνίδες από την αρχαιότητα ακόμη, πράγμα που έκανε τους Έλληνες να τις κακολογούν με μυθεύματα-δημιουργήματα του φόβου και της ανασφάλειας που ένιωθαν απέναντι σ’ αυτό το είδος των γυναικών που…απειλούσε τα πρωτεία τους!
Τοπικίστριες, λάτρευαν τον τόπο τους και τους ανθρώπους του και δεν δέχονταν ν’ ακούσουν κακό λόγο γι’ αυτόν.
Οι γυναίκες εκείνες φώναζαν από μακριά ότι ήταν αρχόντισσες γιατί οι πολλές είχαν σχέση με την Μικρασία και την Κωνσταντινούπολη, που προπορεύονταν της κυρίως Ελλάδας.

Όλγα Σταυρίδου-Δεληγιάννη
Αναγνώσεις: 31
 

Ο Καιρος

Γιορταζουν

Σχολια Εκδοτη

Καλωσηρθατε στη νεα σελιδα του ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ!
Ανανεωθήκαμε για την καλύτερη ενημέρωσή σας.

Αλληλογραφια

Για να λαμβάνετε νέα από την ιστοσελίδα μας παρακαλούμε γραφτείτε στην λίστα συνδρομητών μας.